δεκανικός

δεκᾱνικός, ή, όν,
A of or for a

δεκανός 1

, PHib.1.30.13 (iii B.C.), 96.21; δεκανικόν, τό, tax for maintenance of

δεκανοί, δ. πλοίων BGU1.1

(ii/iii A.D.);

δ. ἰχθυομεταβόλων PRyl.196.6

(ii A.D).
II of a

δεκανός 11

, Paul.Al.C.2.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • δεκανικός — ή, ό (AM δεκανικός, ή, όν) [δεκανός] νεοελλ. χημ. φρ. «δεκανικόν οξύ» είδος κεκορεσμένου λιπαρού οξέος αρχ. μσν. αστρολ. όποιος ανήκει ή αναφέρεται στον δεκανό ή στους δεκανούς μσν. το ουδ. ως ουσ. το δεκανικόν εκκλησιαστικό δεσμωτήριο αρχ. το… …   Dictionary of Greek

  • δεκανικῶν — δεκανικός of fem gen pl δεκανικός of masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεκανικοῖς — δεκανικός of masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεκανικῆς — δεκανικός of fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεκανός — δεκανός, ο (AM) μσν. 1. κατώτερος υπάλληλος τής βυζαντινής αυλής με δεκανίκι ως σύμβολο τού λειτουργήματός του 2. εκκλησιαστικό διακόνημα αρχ. 1. υπαξιωματικός επικεφαλής δέκα στρατιωτών 2. αξιωματούχος τής αστυνομίας στην Αίγυπτο 3. δεκανοί, οι… …   Dictionary of Greek

  • δεκανικῶι — δεκανικῷ , δεκανικός of masc/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.